Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Ότι δεν καταλαβαίνεις γίνεται μαγικό.. η παραμύθι μυθικό…μια ωραία πρόσκληση για να ανοίξουμε την ψυχούλα μας..λέει ο Σταύρος Μπένος

Τη φίλη μας τη Λουκία την παρακολουθούμε όλοι μας πολλά χρόνια από πολλές πλευρές είναι άλλωστε τόσο κινητική και τόσο πολυσχιδής, είναι σαν να ταξιδεύει συνέχεια.
Γεννημένος από μικρός μέσα στα παραμύθια, γιατί είχα μια γειτόνισσα την Ελενίτσα που δεν μπορούσα να κοιμηθώ αν δεν ακούσω το παραμύθι της βραδιάς, με γοήτευσε τόσο πολύ αυτό το βιβλίο ,αλλά πέρα από τη γοητεία του προσπάθησα να βρω τα βαθύτερα αιτία, που ώθησαν την Λουκια να μας προσφέρει αυτές τις μαγικές εικόνες.
Θα σας πω λοιπόν που κατέληξα, γιατί όντας από μικρός ανάμεσα σε αστραφτερά μυαλά που είχα το χάρισμα να δέχομαι τα δώρα τους και τα αντίδωρα τους, θυμάμαι μια φράση που στριφογυρίζει συνεχεία στο μυαλό μου για όλα τα έργα που παράγουν οι άνθρωποι που όταν τα παράγουν πόσο ομιχλώδες είναι το τοπίο.
Η ομίχλη του γίγνεσθαι και πολύ μετά η διαύγεια των τετελεσμένων Πολλές φορές απορούμε για την ερμηνεία των έργων τέχνης, ενώ και οι ίδιοι οι δημιουργοί δεν έχουν συνειδητοποίησε τι έχουν κάμει. Εγώ σε αυτό προσπάθησα να διεισδύσω και αυτό στο οποίο καταλήγω είναι. ότι όλα τα μέσα που χρησιμοποίησε μέχρι τώρα η Λουκία με ότι κι αν έχει καταπιαστεί, αισθανόταν ίσως αδιόρατα ότι ήσαν ανίσχυρα, για να την βγάλουν όλη στο φως .η να την βγάλουν σε έναν ωραίο καρσιλαμά, σε μια πλατεία ενός χωριού, να μας δείξει ότι έχει μέσα της.
Και ξέρετε όπως τα ρεύματα του υπερρεαλισμού ξεφεύγουν από τις φυλακές της λογικής και του ρεαλισμού, που σου δίνουν τη δυνατότητα να μπορέσεις να εκφράσεις πολύ σύνθετα πράγματα, που είναι αδύνατον να τα εκφράσουν τα συντεταγμένα λόγια, δηλαδή η γλώσσα και η λογική, η Λουκία χρησιμοποίησε την ωραία παραμυθία των παραμυθιών.
Αυτό προδίδεται σε πολλά σημεία του βιβλίου. αλλά η καθαρή ομολογία αυτού που σας λέω είναι από ένα κομμάτι από τη Διαλεχτή και τα αγάλματα. Η Διαλεχτή ήταν ένα ξωτικό, μια Λουκια δηλαδή να φανταστείτε, που ήταν ασύμβατη με την εποχή της για αυτό και παρεξηγημένη. Δεν μπορούσε να ταιριάξει με τον περίγυρο της ώσπου για να μπορέσει να εκφραστεί κάποια στιγμή είδε έναν κήπο με αγάλματα και άρχισε να κάνει διάφορα γύρω από αυτόν τον κήπο Διάβαζε ποιήματα στα αγάλματα τους έβαζε μάσκες ώσπου στο τέλος φώναξαν τον Δήμαρχο έναν βλοσυρό Δήμαρχο για να διώξει το ξωτικό από τον κήπο με τα αγάλματα όμως ξαφνικά όταν πέρασαν πολλά πολλά χρόνια και ήταν γιαγιά με το εγγόνι της άκουγε μια άλλη γιαγιά εκεί στον κήπο να αφηγείται την ιστορία μια μάγισσας ,παρακαλώ, που ήταν εκεί και την απόδιωξαν τη μάγισσα
Και πως καταλήγει η Λουκία σε αυτό.. Η Διαλεχτή όταν άκουγε αυτό …χαμογέλασε και άνοιξε ένα παλιό βιβλίο Ότι δεν καταλαβαίνεις γίνεται μαγικό.. η παραμύθι μυθικό…Δηλαδή στην ουσία ότι δεν καταλαβαίναμε από αυτά που μας έλεγε η Λουκία τόσα χρόνια, θέλησε να μας το πει και μας το λέει σήμερα μέσα από τα παραμύθια της και αφού μας προκαλεί μέσα από μια ωραία πρόσκληση για να ανοίξουμε την ψυχούλα μας για να δούμε τι έχουν να μας πουν τα παραμύθια …γιατί εμένα έχουν να μου πουν πάρα πολλά μου κέντρισαν πάρα πολλά πράγματα
Θα αλιεύσω ένα από αυτά την Ασπασία. Η Ασπασία να φανταστείτε ότι ήταν μία γριούλα η οποία βρισκόταν σε χώρους μυσταγωγικούς, για να υποκινεί τις βαθιές αγνές επιθυμίες των ανθρώπων, δηλαδή ήταν κάτι σαν τον αλχημιστή... και να τους δίνει κουράγιο για να υπερπηδούν τον φόβο τους για να κάνουν πράγματα. Και παρ ότι ο φόβος εδώ αναφέρεται στο ζευγάρι, στο φόβο του έρωτα, εμένα μου ηρθε η εικόνα όταν ήμουν δυο δυο μιση χρόνων. Σας διαβάζω την επίμαχη παράγραφο «Οι φόβοι μας δεν έχουν να κάνουν με τους άλλους, έχουν να κάνουν με εμάς τους ίδιους, λέει η Ασπασία, εσύ με τα πιο όμορφα χέρια χαϊδεύεις τους φόβους σου, μάθαινες να τους παίρνεις από το χέρι, να πηγαίνετε βόλτα, να συνομιλείς μαζί τους ..
Ο πατέρας μου λοιπόν θυμάμαι, όταν ήμουν δυο χρόνων, για να με φοβίσει επειδή ήμουν ασθενικός και αδυνατούλης και δεν έτρωγα το φαί μου, μου λεγε θα σε πάω στον Χαραλάμπη. Ο Χαραλάμπης ήταν ο τρελός του χωριού, ήταν ο Διογένης της Καλαμάτας
Κι εγώ για να υπερνικήσω τον φόβο μου, πήγα και τον γνώρισα τον Χαραλάμπη και γίναμε τα πρώτα φιλαράκια. Όλοι θυμούνται, οι συνομίληκοι μου, τον μικρό Σταυρούλη να είναι με το Χαραλάμπη και κάνουν βόλτες στην πόλη. Κι όταν μετά ο πατέρας μου ,μου έλεγε για τον Χαραλάμπη εγώ γελούσα μέσα μου..
Και μετά στο ίδιο κομμάτι παρακάτω ...Η Λουκία μας κάνει αναφορά στις μεγάλες αντιθέσεις και πόσο κοντά βρίσκονται. Μέσα από τα παραμύθια, μπορείς πολύ πιο όμορφα να τις αγγίξεις και να τις δώσεις. Μην φοβάσαι και τον πόνο λέει,γιατί η χαρά δεν θα ήταν χαρά αν δεν ακολουθούσε τον πόνο να τον γιάνει
Από μικρούλης λοιπόν θυμάμαι ότι είχα αυτή τη φοβερή περιέργεια, πως συνυπάρχουν τα αντίθετα πράγματα πως η χαρά είναι μαζί με την λύπη πως η δύναμη είναι μαζί με την αδυναμία. Και όσο περνούσαν τα χρόνια ,είδα ότι στη φυσική ότι τα χρώματα της ίριδας το λευκό και το μαύρο είναι τα πιο γειτονικά χρώματα. Αλλά και στα μαθηματικά, μαθαίνοντας αναλυτική γεωμετρία και ασύμπτωτες καμπύλες, όταν ένας αριθμός πηγαίνει τον συν άπειρο μετά αμέσως εμφανίζεται από το πλην άπειρο. Δηλαδή ακόμη και η υπέρτατη έκφραση της λογικής, που είναι τα μαθηματικά, μας οδηγούν σε όλες αυτές τις σκέψεις τις υπερβατικές, που τόσο απλόχερα μας δίνει αυτό το βιβλίο της Λουκίας.
Και με όλα τούτα που σα είπα θέλω να καταληξω σε κάτι, επειδή είναι τόσο αυθεντικό και την εκφράζει τόσο πολύ, σου κάνω πρόταση σε εσένα Λουκια και του εκδότη σου στην επόμενη έκδοση, το τον τίτλο να τον αλλάξετε να βάλετε
Τα Παραμύθια της Λουκιας

Δεν υπάρχουν σχόλια: